Close Menu

Η αφασία είναι η δυσκολία του ατόμου να κατανοήσει ή να χρησιμοποιήσει το λόγο. Η σοβαρότητα της αφασίας διαφέρει από άτομο σε άτομο, και τα συμπτώματα μπορεί να κυμαίνονται από μια μικρή δυσκολία ανεύρεσης λέξεων έως μια σοβαρή δυσκολία αντίληψης και παραγωγής της ομιλίας.

 

Επιπλέον η δυσκολία στην αντίληψη και εκπομπή της ομιλίας μπορεί να συνυπάρχει με την απουσία ή τη δυσκολία στην ανάγνωση και τη γραφή. Η αφασία μπορεί να προκληθεί μετά από ένα αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο, μετά από μία κρανιοεγκεφαλική κάκωση, μετά από όγκο του εγκεφάλου ή εξαιτίας κάποιας άλλης νευρολογικής βλάβης.

aphasia

Η αφασία δεν κάνει διακρίσεις. Μπορεί να παρουσιαστεί σε άτομα κάθε ηλικίας, φύλου, φυλής ή εθνικότητας. Το επάγγελμα και η μόρφωση δεν αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες. Τα περισσότερα άτομα με αφασία συνήθως έχουν κάποιο βαθμό σωματικής παράλυσης. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις χωρίς κινητικά προβλήματα.

 

Παρότι οι ασθενείς με αφασία έχουν δυσκολία στο να εκφραστούν, πολλοί έχουν συναίσθηση του προβλήματός τους.

Κάποιος ασθενής με αφασία περιέγραψε την εμπειρία του σαν να είναι:

 

“κλειδωμένος μέσα στο ίδιο του το κεφάλι.”

 

Κάποιος άλλος είπε:

 

“Μπορούσα να παίζω τάβλι όπως πριν, αλλά δεν μπορούσα να πω “ντόρτια”. Σκεφτόμουνα κανονικά, αλλά δεν μπορούσα να κάνω τις σκέψεις μου λόγια.”

 

Για τον περισσότερο κόσμο η ομιλία είναι κάτι φυσικό και η απώλεια της κάτι αδιανόητο. Ένα άτομο που έχασε την ικανότητα της ομιλίας έχει δυσκολίες να εκφράσει την προσωπικότητά του. Αυτό μπορεί να οδηγήσει στο λαθεμένο συμπέρασμα ότι το άτομο πάσχει από κάποια διανοητική καθυστέρηση ή βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους σύγχυσης.

 

Οι δυσκολίες του στην επικοινωνία συχνά προκαλούν έλλειψη υπομονής και ανοχής από τους γύρω του.

 

“Πολλές φορές νιώθω πως με αντιμετωπίζουν σαν να μη βρίσκομαι εκεί.”

 

Έτσι η αφασία μπορεί να απομονώσει τον ασθενή σε βαθμό που δεν μπορούμε να φανταστούμε. Το ένα τρίτο των ασθενών με αφασία δεν έχει καμιά κοινωνική ζωή.

 

“Ακόμη και τα διάφορα μέλη της οικογένειάς μας, μας κάνουν να νιώθουμε παρείσακτοι. Δεν έχουμε επισκέψεις και κάνουμε μια πολύ μοναχική ζωή.”

Η λογοθεραπεία αποσκοπεί στην ανάπτυξη της λεκτικής και εναλλακτικής επικοινωνίας. Στόχος είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων επικοινωνίας του ατόμου με σκοπό την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του και την επαναφορά ικανοτήτων κατανόησης κι έκφρασης λόγου. Επίσης με τη λογοθεραπεία προάγεται η εκπαίδευση σε εναλλακτικούς τρόπους επικοινωνίας όπως ένα σύστημα συμβόλων, τα νοήματα, το σχέδιο, τα βιβλία επικοινωνίας ή ακόμα και τη προηγμένη τεχνολογία επικοινωνίας.